Friday, September 11, 2026

Η Είδηση ( Νεοελληνική Γλώσσα Β')

Στο πλαίσιο της θεματικής ενότητας της Β΄ Λυκείου για την ενημέρωση και τα ΜΜΕ, παρατίθενται οι ορισμοί των βασικών εννοιών, όπως αποδίδονται στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη.

📍 1. Πληροφόρηση

πληροφόρηση η [plirofórisi] Ο33 : η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πληροφορώ, η μετάδοση, παροχή και η απόκτηση, κατοχή πληροφοριών· (πρβ. ενημέρωση): Καλή / κακή / λεπτομερής / ελλιπής / έγκαιρη / σωστή / λειψή ~. Μονοπωλεί την ~. Το λάθος οφείλεται σε κακή ~. Μεταδίδω / παρέχω / έχω ~.
[λόγ. < ελνστ. πληροφόρη(σις) 'ωρίμανση' -ση κατά τη σημερ. σημ. του πληροφορώ]

📍 2. Δημοσιογραφία

δημοσιογραφία η [đimosioγrafía] Ο25 : το σύνολο των εργασιών που αφορούν τη συγκέντρωση και την επεξεργασία ειδήσεων καθώς και το γράψιμο των κειμένων για τα μέσα μαζικής ενημέρωσης: Σπούδασε νομικά, ασχολήθηκε όμως με τη ~. Έντυπη ~, για εφημερίδα ή περιοδικό. Ηλεκτρονική ~, για ραδιόφωνο ή τηλεόραση. || οι σχετικές γνώσεις: Σχολή / σπουδές δημοσιογραφίας. || το σχετικό επάγγελμα: Άσκηση της δημοσιογραφίας. || οι δημοσιογράφοι: Η αδέσμευτη / μαχόμενη ~.
[λόγ. δημοσιογράφ(ος) -ία]

📍 3. Τύπος

τύπος² ο : το σύνολο των εντύπων και κυρίως των εφημερίδων και των περιοδικών: Ημερήσιος / περιοδικός / επαρχιακός / ελληνικός / ευρωπαϊκός / διεθνής ~. Δεξιός / αριστερός / ανεξάρτητος / αθλητικός ~. Ο ~ διαμορφώνει την κοινή γνώμη. Ο ~ θεωρείται η τέταρτη εξουσία. Γράφτηκε / διάβασα στον τύπο. Ελευθερία του τύπου, ελευθερία στην έκφραση γνώμης σε ένα έντυπο. Ελεύθερος / φιμωμένος ~. Οι νόμοι περί τύπου. Εκπρόσωποι του τύπου, δημοσιογράφοι. Πρακτορείο Τύπου, για τη διανομή του τύπου ή για τη μετάδοση ειδήσεων. Υπουργείο / Διεύθυνση / Γραφείο Τύπου, υπεύθυνα για την παροχή πληροφοριών στον τύπο. Συνέντευξη τύπου. Ηλεκτρονικός ~, τα ραδιοτηλεοπτικά μέσα, σε αντιδιαστολή προς το λεγόμενο γραπτό τύπο. Αίθουσα Τύπου. ΦΡ κίτρινος ~.
[λόγ. < τύπος¹ σημδ. γαλλ. presse]

📍 4. Μέσο (Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης)

μέσο το [méso] Ο39 : 1. κάθε τι που χρησιμοποιείται για την πραγματοποίηση ενός σκοπού: Διαθέτω / χρησιμοποιώ διάφορα μέσα. α. (για πραγ.): Μεταφορικά / τεχνικά μέσα. Μέσα παραγωγής / μαζικής ενημέρωσης. Οπτικοακουστικά / εποπτικά μέσα διδασκαλίας, όργανα. β. ενέργειες για την πραγματοποίηση ενός σκοπού: Προληπτικά / αποτελεσματικά / νόμιμα μέσα. ΦΡ ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. γ. (γραμμ.): Προσδιορισμός του μέσου. δ. άνθρωπος με κατάλληλες προσβάσεις που τον χρησιμοποιούμε για να επιτύχουμε κτ.: Έχω ~. Βάζω ~ για να διοριστώ κάπου. Στη χώρα μας τίποτα δε γίνεται χωρίς ~. || Βάζω σε ενέργεια / χρησιμοποιώ τα μεγάλα μέσα, δραστηριοποιούμαι, χρησιμοποιώ κάθε μέσο για να πετύχω κτ. [...]

📖 Σχολικό Βιβλίο (Έκφραση - Έκθεση Β΄ Λυκείου)

🔗 Μετάβαση στο Ψηφιακό Σχολικό Βιβλίο

Βιβλιογραφική Αναφορά

Πηγή: Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα (Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας)
Λεξικό: Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης).

No comments:

Post a Comment