Showing posts with label Όμιλος Φιλαναγνωσίας Σχολικό Έτος 2021 - 2022. Show all posts
Showing posts with label Όμιλος Φιλαναγνωσίας Σχολικό Έτος 2021 - 2022. Show all posts

Saturday, May 28, 2022

22η Συνάντηση: Αξιολόγηση του Ομίλου από τους συμμετέχοντες μαθητές-τριες με σκοπό τον επανασχεδιασμό της δράσης του

Την Παρασκευή 20 Μαΐου 2022, πραγματοποιήθηκε η τελευταία συνάντηση του Ομίλου. Κατά τη συνάντηση οι μαθητές-τριες προχώρησαν στην αξιολόγηση της λειτουργίας του Ομίλου. απαντώντας σε ερωτηματολόγιο με ερωτήσεις ανοικτού και κλειστού τύπου.

Το ερωτηματολόγιο περιείχε 6 διακριτές κατηγορίες ερωτήσεων ως εξής:

1ο Μέρος: Δημογραφικά Στοιχεία
Τάξη:
Φύλο:
Αριθμός Λογοτεχνικών Βιβλίων που διάβασα στα πλαίσια του Ομίλου:

2ο Μέρος: Εκπαιδευτικοί Στόχοι
Σε ποιο Βαθμό Επιτεύχθηκαν οι εξής στόχοι:

  • Καλλιέργεια θετικής στάσης και αγάπης για το λογοτεχνικό βιβλίο
  • Μύηση στο πνεύμα της ανάγνωσης του λογοτεχνικού και φιλοσοφικού κειμένου
  • Γνωριμία με την παιδική κλασική και σύγχρονη λογοτεχνία
  • Άσκηση της δεξιότητας της προσεκτικής ακρόασης και πρόσληψης της λογοτεχνίας
  • Καλλιέργεια της κριτικής και δημιουργικής σκέψης των μαθητών
  • Ασκήσεις Δημιουργικής Γραφής
  • Συστηματική διερεύνηση των συνεκτικών δομών του κειμένου και αποκωδικοποίησή τους
  • Δημιουργία κλίματος συντροφικότητας και δημιουργικότητας μέσα στην τάξη με σκοπό τη δημιουργία μιας κοινότητας αναγνωστών
  • Καλλιέργεια του δημοκρατικού διαλόγου
  • Προώθηση της βιωματικής και συνεργατικής μάθησης

3ο Μέρος: Εκπαιδευτικές Δράσεις
Σε ποιο βαθμό σας κέντρισαν την προσοχή οι εκπαιδευτικές δράσεις που υλοποιήθηκαν:

  • Ενημέρωση από τη Ζωσιμαία Βιβλιοθήκη
  • Η ιστορία της Τυπογραφίας, εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ωνασείου Βιβλιοθήκης
  • Διαδικτυακή Ξενάγηση στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη
  • Συνέντευξη με Συγγραφέα
  • Σχολική εκδήλωση Βιβλιοπαρουσίασης
  • Ανταλλακτική Βιβλιοθήκη
  • Φιλαναγνωστικές Εμψυχώσεις ( Ανάγνωση)
  • Ηχογραφημένες Αναγνώσεις
  • Σύμπραξη με Όμιλο Μουσικής
  • Δημιουργική γραφή

Οι διαδικτυακές δράσεις ήταν προς όφελος της Φιλαναγνωσίας; Ναι ή Όχι

4ο Μέρος: Αξιολόγηση Ιστολογίου
Σχετικά με το ιστολόγιο:
Σε ποιο βαθμό το ιστολόγιο ενίσχυσε τη φιλαναγνωσία;
Σε ποιο βαθμό το ιστολόγιο στήριξε την επικοινωνία;
Σε ποιο βαθμό το ιστολόγιο συνέβαλε στην καλλιέργεια του πνεύματος συντροφικότητας;

5ο Μέρος: Ερωτήσεις για τη Στάση τους προς το βιβλίο και τον Όμιλο
Σε ποιο βαθμό η συμμετοχή σας στον Όμιλο άλλαξε τη στάση σας προς το βιβλίο;
Το καλοκαίρι θα διαβάσετε κάποιο βιβλίο;
Αν είχατε την ευκαιρία θα συμμετείχατε την επόμενη σχολική χρονιά;
Θα συστήνατε σε κάποιο φίλο/η σας να συμμετέχει;

6ο Μέρος: Ερωτήσεις για Δυσκολίες, Προβλήματα, Προτάσεις βελτίωσης
Ποιες προσωπικές δυσκολίες συναντήσατε;
Ποιες άλλες εκπαιδευτικές δράσεις θα θέλατε να είχε;
Γράψτε ένα κείμενο που να περιέχει προτάσεις για την περίπτωση που ο συγκεκριμένος όμιλος επαναλειτουργήσει;

Από την αξιολόγηση του Ομίλου προέκυψε μέσα από τις απαντήσεις των μαθητών ότι επιτεύχθηκαν τα αρχικά προσδοκώμενα αποτελέσματα σε βαθμό αρκετό έως πάρα πολύ. Οι μαθητές-τριες δήλωσαν ότι η συμμετοχή τους στον Όμιλο ενίσχυσε την φιλαναγνωσία τους. Προχωρώντας στον επανασχεδιασμό του Ομίλου για την επόμενη σχολική χρονιά απαραίτητη κρίνεται:

  • η διερεύνηση των ενδιαφερόντων των μελών του Ομίλου με την έναρξή του
  • ο εμπλουτισμός των εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων σε ακολουθία με τις προτάσεις των μαθητών-τριών
  • η ενίσχυση ορισμένων εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων που αναπτύχθηκαν φέτος σε περιορισμένο εύρος, όπως η δημιουργική γραφή
  • η αναζήτηση εξωτερικών συνεργατών
  • η σύμπραξη με άλλους Ομίλους

Thursday, May 12, 2022

21 Συνάντηση: Σύμπραξη με τον Όμιλο "Μουσική Έκφραση και Δημιουργία"

Την Παρασκευή 6 Μαΐου συναντήθηκαν οι 'Ομιλοι "Φιλαναγνωσία" και "Μουσική Έκφραση και Δημιουργία" κάνοντας μια γενική πρόβα πριν τη σχολική εκδήλωση Βιβλιοπαρουσίασης του μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου ΡΑΓΙΑΣ ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821. Κατά τη συνάντηση οι μαθητές-τριες διάβασαν αποσπάσματα από το βιβλίο, έπαιξαν μουσική και τραγούδησαν. Παράλληλα, επιλύθηκαν θέματα που αφορούσαν τη διοργάνωση της σχολικής εκδήλωσης.




Tuesday, May 10, 2022

Εκδήλωση Βιβλιοπαρουσίασης: Ραγιάς, Μέρες και Νύχτες του 1821 του Γιάννη Καλπούζου

Την Δευτέρα 9 Μαΐου 2022, το Πρότυπο Γυμνάσιο Ζωσιμαίας Σχολής Ιωαννίνων με τη Σύμπραξη του Ομίλου «Φιλαναγνωσία» και του Ομίλου «Μουσική Έκφραση και Δημιουργία» πραγματοποίησε εκδήλωση Βιβλιοπαρουσίασης του μυθιστορήματος του Γιάννη Καλπούζου, Ραγιάς Μέρες και νύχτες του 1821. Η εκδήλωση υλοποιήθηκε την Αίθουσα Εκδηλώσεων των ΓΑΚ - Ιστορικό Αρχείο Ηπείρου, 1ος όροφος Σουφαρί Σεράι στο Κάστρο Ιωαννίνων.

Αφορμή γι’ αυτή τη συνάντηση στάθηκε η ενασχόληση των μαθητών του Ομίλου «Φιλαναγνωσία» με υπεύθυνη την κα. Ειρήνη Αμοργιανιώτη ΠΕ02 και του Ομίλου «Μουσική Έκφραση και Δημιουργία» με υπεύθυνη την κα. Καλλιόπη Μπεκιάρη ΠΕ79.01 με το κοινωνικό μυθιστόρημα με ιστορικό περιεχόμενο Ραγιάς Μέρες και Νύχτες 1821 του Ηπειρώτη Συγγραφέα, Γιάννη Καλπούζου.

Την εκδήλωση συντόνισε ο Υποδιευθυντής του σχολείου κος Χρήστος Πούλιος

Η Διευθύντρια Πρότυπου Γυμνασίου Ζωσιμαίας Σχολής, κα Καλλιόπη Σταύρου, απηύθυνε σύντομο Χαιρετισμό.

Τον συγγραφέα προλόγισαν οι εκπαιδευτικοί: Καλλιόπη Μπεκιάρη ΠΕ79.01 και Ειρήνη Αμοργιανιώτη ΠΕ02.

Σκοπός της εκδήλωσης αυτής ήταν η παρουσίαση του βιβλίου με ένα τρόπο πρωτότυπο και ευχάριστο. Ο συγγραφέας παρουσίασε το μυθιστόρημά του μέσα από αναγνώσεις, μουσικές και τραγούδια του Ομίλου «Φιλαναγνωσία» και του Ομίλου «Μουσική Έκφραση και Δημιουργία» στις εξής θεματικές:

- Ο μεγάλος ξεσηκωμός του Γένους αναζωπυρώνει τις σκέψεις για ελευθερία. Αντίθετες Φωνές.
- Πώς βλέπει ο λαός την ικανότητα του να κυβερνάς. Το θέμα της αξιοκρατίας στη διοίκηση. Λεπτές ισορροπίες ανάμεσα σε πολιτικούς, στρατιωτικούς, ξένους.
- Το φάγωμα-ανακάτεμα για την εξουσία. Οι εξουσίες, Βουλευτικό και Εκτελεστικό. Το χτύπημα σε Κολοκοτρώνη -Υψηλάντη.
- Το δηλητήριο ξεκινά από τα χρήματα - Τα αξιώματα.
- Στοχασμός του ήρωα για τον σκοπό του ανθρώπου.
- Ο αγώνας του Γένους συνεχίζεται. Ο Κολοκοτρώνης στην Πελοπόννησο. Οι λιποτάκτες.
- Η πυγμή του Καποδίστρια στην προσπάθεια σφυρηλάτησης του Ελληνικού Κράτους- Το όραμα από κοινού.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Η Χορωδία, με τη συνοδεία της Ορχήστρας, ενδιάμεσα των αναγνώσεων, ερμήνευσε τα εξής τραγούδια:

1. Ο Θούριος (Στίχοι: Ρήγας Βελεστινλής – Μουσική: Χρήστος Λεοντής)
2. Για μας παιχνίδι ο πόλεμος (Παραδοσιακό, Δημοτικό)
3. Κλέφτικη ζωή (Παραδοσιακό, Δημοτικό)
4. Ξύπνα ραγιά (Παραδοσιακό, Δημοτικό)

Το τέλος του βιβλίου «Θέλω να μην είμαι ραγιάς σε κανέναν. Ραγιάς σε τίποτα»: διάβασε ο συγγραφέας Γιάννης Καλπούζος

Οι Συντελεστές της Βιβλιοπαρουσίασης

Ειρήνη Αμοργιανιώτη ΠΕ02, υπεύθυνη του Ομίλου «Φιλαναγνωσία»
Καλλιόπη Μπεκιάρη ΠΕ79.01, υπεύθυνη του Ομίλου «Μουσική Έκφραση και Δημιουργία»
Χρήστος Πούλιος ΠΕ81, Παρουσίαση και Τεχνική Υποστήριξη
Αλέξης Αναγνώστου ΠΕ08, Καλλιτεχνική Επιμέλεια






Tην αφίσα επιμελήθηκε ο εκπαιδευτικός του σχολείου, Αναγνώστου Αλέξης ΠΕ08.

Saturday, April 16, 2022

Tο πρώτο μου Πάσχα, Γρηγόριος Ξενόπουλος

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.

Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…

Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.

Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.

Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!

Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.

Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

Σας ασπάζομαι
ΦAIΔΩN

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

Πηγή: Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού

Wednesday, April 13, 2022

19η-20η Συνάντηση: Προσεγγίζοντας τον αρχαίο ελληνικό στοχασμό

Η Σχολή των Αθηνών, ή Scuola di Αtene στην ιταλική γλώσσα, είναι μια από τις διασημότερες νωπογραφίες του Ιταλού καλλιτέχνη της Αναγεννησιακής τέχνης, Ραφαήλ.

Συναντήσεις Ομίλου Φιλαναγνωσίας 2 και 9 Απριλίου

Η γιορτή της άνοιξης ή “Eντερλέζι”, στο βιβλίο του Δουλγεράκη, μας μιλάει για τις ηθικές πέτρινες κολώνες που χρειάζεται ο άνθρωπος για να μεγαλώσει και να φτάσει τον ανώτερο εαυτό του από μικρή κιόλας ηλικία... Η παιδική ηλικία έχει ανάγκη την απλότητα και το παιχνίδι...ένα σεργιάνι στον κόσμο όλο, που δυναμιτίζει τις αισθήσεις γυρεύοντας το ταίρι σου...το θηλυκό συμβολίζει τη γέννηση του ανθρώπου...μαζί του κάνεις όνειρα και αλλάζεις κοσμοθεωρία, σπάζοντας το γελοίο νόμο της δεδομένης απόστασης...αναδεικνύοντας τον κόσμο των αισθήσεων...το “τέλειο του κόσμου”...ξεκινώντας από τον διάλογο προς επιβεβαίωση των αισθήσεων που σε πλημμυρίζουν… “Δεν χρειάζεσαι πλούτη και παλάτια για να’ σαι βασιλιάς, φτάνουν τα μάτια μιας γυναίκας να μπορούν να σε βαφτίσουν και να στο ορκίσουν”.

Ο “Πήγασος” το φτερωτό άλογο, η τελευταία ιστορία του βιβλίου, αναφέρεται στις πατρογονικές ρίζες του συγγραφέα, την Κρήτη. Γυρίζει στα τέλη του 18ου, αρχές του 19ου αιώνα και θυμάται τα σκλαβωμένα χρόνια...αναφέρεται σε όσους εξαργύρωσαν ψυχή και σώμα και πήραν τους τίτλους της προδοσίας, έγιναν αφεντάδες σε κάθε πόλη και χωριό της Κρήτης, δάνειζαν γη και χρήμα με αιμορραγικό τρόπο...προστασία τους οι “κυβερνώντες” και οι “νόμοι”, σκορπώντας αδιαφορία για το άδικο…

Παράλληλα όμως θυμίζει και τον ¨κρητικό κώδικα” που είναι απαράβατος, ένας κώδικας τιμής..γιατί η Κρήτη ούτε νικιέται, ούτε πολεμιέται, απλά χάνει μάχες για να κερδίσει τον πόλεμο!

Στο κεφάλαιο 11 του Επίκτητου, “οδηγός για μια ευτυχισμένη ζωή”, ο Επίκτητος υποστηρίζει ότι μπορούμε να ζήσουμε και χωρίς τα αγαπημένα μας αντικείμενα ή τα αγαπημένα μας πρόσωπα, καθώς τελικά΄, θα αποσυνδεθούμε συναισθηματικά από αυτά. Να μη θρηνούμε για εκείνο το οποίο στεφανωθήκαμε, για εκείνο για το οποίο ζητάμε μισθό, επειδή παραδώσαμε την παρακαταθήκη. Ευγνώμων στη φύση είναι κάποιος ο οποίος θα περιφρονεί τα υλικά αγαθά, είτε τα έχει αυτός είτε όχι,...που δεν θα του στοιχίσει εάν τα έχει κάποιος άλλος...που βλέπει όλα τα κτήματα σαν δικά του και παράλληλα θα θεωρεί τα δικά του σαν να ανήκουν σε όλους τους άλλους!

Στο κεφάλαιο 12, ο Επίκτητος μας τονίζει ότι δεν πρέπει να σκεφτόμαστε πώς να συντηρούμε τις περιουσίες μας τιμωρώντας τους δούλους μας, διότι έτσι γινόμαστε δυστυχισμένοι και ζούμε χωρίς πνευματική γαλήνη. Αντίθετα, πρέπει να σκεφτόμαστε ότι όλη η κινητή μας περιουσία και τα υπάρχοντά μας και η θέση μας, ακόμα και το ίδιο το σώμα μας, μας έχουν παραχωρηθεί κατ’ ανοχήν, σαν πράγματα που μας τα έχουν δανείσει και θα τα επιστρέψουμε κάποια στιγμή σύντομα. Συνεπώς πρέπει να αδιαφορούμε για τα υλικά αγαθά για να είμαστε ελεύθεροι. Η εσωτερική γαλήνη, λοιπόν, το γαλήνιο πνεύμα του σοφού είναι η “αταραξία”, η ανεξαρτησία από την πορεία των πραγμάτων.

Saturday, March 19, 2022

Ραγιας. Μερες και Νυχτες 1821 - Γιαννης Καλπουζος ( Κεφάλαιο 6ο Συνέχεια... )



Κεφάλαιο 6ο-7ο

Ο Αγγελής με το καραβάνι του Τζίγνου, αρχές Μαρτίου του 1821, βρίσκεται πλέον στην Τριπολιτσά. Στα κεφάλαια αυτά, ως αναγνώστες μέσα από τις δυνατές περιγραφές του τόπου, των ήχων και των αρωμάτων του, των ανθρώπων και των εργασιών τους αποκτούμε την εντύπωση ότι είμαστε παρόντες στην Τριπολιτσά λίγο πριν την επανάσταση. Η Τριπολιτσά με τις 7 πύλες, τα κάστρα, τα τζαμιά, τους πύργους και τα αρχοντικά των αφεντάδων, τα σπίτια των Τούρκων, των Ρωμιών και των Εβραίων, τα χάνια, τους δρόμους και τα σοκάκια, τις αυλές και τους κήπους, τις βρύσες της πόλης, την αγορά και όσα λαμβάνουν χώρα σ’αυτή, το παζάρι και τα σημαντικά τοπόσημα της πόλης, όπως η πλατεία της Ώρας, ο πύργος του Ρολογιού, το μπεζεστένι και το τζαμί του Αχμέτ Αγά αναπαρίστανται με την οπτική του Αγγελή και όπως εκείνος βιώνει τον κόσμο, καθώς περιγράφεται η κίνηση και η δράση του βασικού αυτού ήρωα στην πόλη. Τα στοιχεία του λαϊκού πολιτισμού προδίδουν την συνύπαρξη των τριών θρησκευτικών κοινοτήτων και παράλληλα οι διάλογοι, τα περιστατικά και οι παρεξηγήσεις ανάμεσά τους αποκαλύπτουν ότι η συνύπαρξη αυτή δεν είναι πάντοτε χωρίς προβλήματα. Οι αναφορές στις οικονομικές συναλλαγές με τους Εβραίους, ο εξευτελισμός και τα ρεζιλέματα των Ρωμιών είναι υπαινικτικές της κατάστασης που επικρατεί και σταδιακά όλα τα γεγονότα με τη δύναμη της γραφής συνδέονται με τις πρώτες αντιδράσεις των ραγιάδων στην είδηση του επαναστατικού αναβρασμού. Η δράση των ηρώων συναντά την Ιστορία του Γένους. Ο συγγραφέας έτσι με όλους αυτούς τους αφηγηματικούς τρόπους πετυχαίνει μια καλλιτεχνικά αληθινή ανασύνθεση της ιστορικής περιόδου και του τρόπου ζωής της, κάνοντας τους χαρακτήρες να παρουσιάζονται σαν τυπικοί εκπρόσωποι της εποχής τους και του κοινωνικού τους περίγυρου.

Ειδικότερα, με την ανασύσταση ενός ρεαλιστικού γεωγραφικού περιβάλλοντος, όπως της Τριπολιτσάς, του ιστορικού περίγυρου και μέσα από τη μείξη των ιστορικών γεγονότων της περιόδου και της δράσης του ήρωά του καταφέρνει να παράγει ένα άρτια δομημένο κείμενο. Πλασματικοί χαρακτήρες, όπως ο Αγγελής με τον Μελισσηνό συνδέονται στη σκηνή με ιστορικά πρόσωπα όπως ο Κολοκοτρώνης και ο Νικηταράς. Μαρτυρίες ιστορικών γεγονότων πχ. τα Ορλωφικά και φανταστικές ιστορίες πχ. η συνάντηση με τη Σιμχά, συντελούν ώστε ο αναγνώστης να αναπτύξει μία αντίληψη του παρελθόντος, που θα τον βοηθά να διαχωρίσει την πραγματικότητα από τη φαντασία, την ιστορία από το μύθο.

18η Συνάντηση: Διαδικτυακή ξενάγηση στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη (Μέρος 2ο)

 


Την Παρασκευή, 18 Μαρτίου ο όμιλος ξεναγήθηκε από τη κα Γεροντοπούλου Βίκυ, υπεύθυνη της Ωνασείου Βιβλιοθήκης, σε βιβλία που χρονολογούνται από τον 15 ο έως τον 19 ο αιώνα, δηλαδή σε μια εποχή όπου δεν υπάρχει ελεύθερο ελληνικό κράτος. Η ξενάγηση άρχισε με βιβλία από το 1453 (άλωση της Κων/πολης). Την ίδια εποχή γίνεται η εφεύρεση της τυπογραφίας από τον Ιωάννη Γουτεμβέργιο (1455). Στη βιβλιοθήκη υπάρχει ένα πιστό αντίγραφο (όχι πρωτότυπο) της Βίβλου του Γουτεμβέργιου. Εκείνη την εποχή αρχίζουν και τυπώνονται τα πρώτα βιβλία. Ανάμεσά τους τυπώνονται και ελληνικά βιβλία από τους Έλληνες της διασποράς που φεύγουν από την πρώην Βυζαντινή Αυτοκρατορία για την Ιταλία. Η Βενετία γίνεται το πρώτο τυπογραφικό κέντρο. Πολλοί Έλληνες ανοίγουν δικές τους επιχειρήσεις με τυπογραφεία. Άλλοι συμμετέχουν ως διορθωτές, συγγραφείς, επιμελητές, βιβλιοδέτες, στοιχειοθέτες. Για να ολοκληρωθεί ένα βιβλίο χρειάζεται πολλές ειδικότητες. Σήμερα τα πράγματα είναι πιο απλά. Ποιο βιβλίο θα επέλεγαν τα παιδιά να τυπώσουν αν ήταν φοιτητές στην Ιταλία; Γιατί είναι τόσο σημαντική η εφεύρεση της τυπογραφίας;

Συνεχίσαμε μέχρι λίγο πριν την ελληνική επανάσταση για να δούμε σημαντικές εκδόσεις που τυπώνονται τότε. Μεταφερθήκαμε στη Βιέννη, ένα ακόμα μεγάλο τυπογραφικό κέντρο τον 18ο αιώνα. Άραγε τα βιβλία και οι ιδέες μπορούν να οδηγήσουν σε μια επανάσταση; Γιατί τυπώνονται τόσα πολλά βιβλία γεωγραφίας εκείνη την εποχή;




Εδώ μπορείτε να επισκεφτείτε την ψηφιακή πλατφόρμα με υλικό για τη Χάρτα του Ρήγα: https://classroom.onassis.org





Κατεβάστε επίσης δωρεάν το παιδικό βιβλίο της Ωνάσειου Βιβλιοθήκη για τη Χάρτα και την εφαρμογή AR που το συνοδεύει για να δείτε να ζωντανεύουν στην οθόνη σας τα σύμβολά της: https://www.onassis.org/el/whats-on/paintelling-travelling-with-the-symbols-and-myths-of-rigas-charta/digital-material-a-journey-with-the-myths-and-symbols-of-rigas-charta-through-a-childrens-book



Ένα μικρό Quiz, το οποίο μπορείτε να προβάλετε στον διαδραστικό ή στην οθόνη προβολής και να παίξετε όλοι μαζί μετά την ξενάγηση:

Πατάτε το παρακάτω λινκ και κάνετε share screen:

Πληκτρολογείτε ένα όνομα (π.χ. Τάξη ΧΧΧ ή ψευδώνυμο μαθητή/ήτριας), βάζετε το ακόλουθο Game PIN: 02546131 και παίζετε όλοι μαζί το Quiz στην τάξη ή το αναθέτετε σε κάθε παιδί ξεχωριστά. Θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί έως τις 24/3. Ο/Η πιο γρήγορος-η και ο/η πιο σωστός/ή κερδίζει.

Υπεύθυνη Καθηγήτρια: Ειρήνη Αμοργιανιώτη ΠΕ02

Sunday, March 13, 2022

Ραγιας. Μερες και Νυχτες 1821 - Γιαννης Καλπουζος ( Κεφάλαιο 5ο Συνέχεια... )

Κεφάλαιο 5ο

Την Παρασκευή, 11 Μαρτίου 2022, ο όμιλος προχώρησε στην ανάγνωση του 5ου κεφαλαίου, παρακολουθώντας την ζωή και τη δράση του ήρωα δίπλα στον Τζίγνο.

Οι έντονοι προβληματισμοί, τα διλήμματα, οι συγκρούσεις, οι σκέψεις και τα συναισθήματα του κεντρικού ήρωα ξεδιπλώνονται σταδιακά άλλοτε μεσα από τον εσωτερικό μονόλογο και άλλοτε με την τριτοπρόσωπη αφήγηση του γραμματικού και κρατούν τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Από την μια πλευρά ο αναγνώστης συμπάσχει με τον άδολο αλλά ανυπότακτο χαρακτήρα του Αγγελή και από την άλλη αγωνιά για τα προβλήματά του και τις περιπέτειες στις οποίες συνεχώς εισέρχεται εξαιτίας της δικης του αγαθότητας σε ένα περιβάλλον γεμάτο δολοπλοκίες. Παράλληλα, οι ζωηρές περιγραφές της εμφάνισης και της δράσης των δευτερευόντων προσώπων όπως είναι ο Γιώργας, η Αστέρω και η Ζαχαρούλα και το κωμικό που προκύπτει από τη δράση τους αποφορτίζουν τον αναγνώστη και επεκτείνουν τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του για την εποχή που τα γεγονότα διαδραματίζονται. Τα πρόσωπα αποτελούν απεικόνιση χαρακτηριστικών ανθρώπινων τύπων της εποχής. Ήθη, έθιμα, συνήθειες της εποχής της τουρκοκρατίας και πλούσια λαογραφικά στοιχεία πλαισιώνουν τη δράση των ηρώων και συνθέτουν το σκηνικό, ικανοποιώντας το βασικότερο αίτηµα που θα πρέπει να εκπληρώνει ένα ιστορικό µυθιστόρηµα, το σεβασµό µιας ιστορικής εικόνας που θεωρείται επιστηµονικώς αποδεκτή.

Αξιοσημείωτο ως προς τις περιγραφές των προσώπων είναι ότι ποικίλλουν. Ειδικότερα, οι περιγραφές πότε εκκινούν από τη γενική εντύπωση, εστιάζουν σε ένα σημείο, διακριτό γνώρισμα του ήρωα π.χ. η ευτραφής κοιλιά του Γιώργα και προχωρούν σε λεπτομέρειες. Μερικές φορές ακολουθούν αντίθετη πορεία, ενώ υπάρχουν και πρόσωπα π.χ. ο γενίτσαρος του Γιώργα που δεν περιγράφονται, αφήνοντας σε μας να φανταστούμε πώς είναι. Ο συγγραφέας συχνά επιλέγει τις αιχμηρές αρνητικές πλευρές του χαρακτήρα ενός προσώπου να τις μεταφερει έμμεσα μέσα από τη δράση και το λόγο του ή μέσα από τις κρίσεις των άλλων για αυτόν. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι οι περιγραφές συνυφαίνονται με την αφήγηση και τη δράση των ηρώων, αποφεύγοντας να γίνουν κουραστικές για τον αναγνώστη. Τέλος, ο διάλογος, που αποσπασματικά παρεμβάλλεται στην αφήγηση, βοηθά όλες αυτές τις φιγούρες να ζωντανέψουν.

"Σ’ ένα καλοχτισµένο ιστορικό µυθιστόρηµα, τα συµβαίνοντα εξελίσσονται µε χρονολογική τάξη, εποµένως τα πρόσωπα διαµορφώνονται σιγά σιγά. […]. Στο ιστορικό µυθιστόρηµα, το άτοµο προβάλλεται πάνω σ’ ένα φόντο από πλήθη που τα κινεί ο άνεµος της Ιστορίας." Πρεβελάκης 1985

Friday, March 11, 2022

17η Συνάντηση: Διαδικτυακή ξενάγηση στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη- Διαδικτυακό Εκπαιδευτικό Πρόγραμμα "Η Ιστορία της Τυπογραφίας" (Μέρος 1ο)


Την Παρασκευή 11 Μαρτίου 2022, ο όμιλος Φιλαναγνωσίας ξεναγήθηκε διαδικτυακά στην Ωνάσειο Βιβλιοθήκη και συμμετείχε στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα της Ιστορίας της Τυπογραφίας. Η Ωνάσειος Βιβλιοθήκη είναι μια ιστορική βιβλιοθήκη. Έχει 2 συλλογές βιβλίων (την Ελληνική Βιβλιοθήκη και την Περιηγητική Συλλογή) καθώς και 2 αρχεία (Αρχείο Καβάφη και Αρχείο Ωνάση). O όμιλος παρακολούθησε μέσα από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα την Ιστορία της Τυπογραφίας. Ο κος Νίκος Βοζίκης, τυπογράφος, μας ξενάγησε διαδικτυακά στο χώρο του τυπογραφείου. Οι μαθητές είχαν την ευκαιρία να έρθουν σε επαφή με την τυπογραφική τεχνολογία από τον 15ο έως τον 19ο αιώνα, να μάθουν για τη δράση των Ελλήνων της Διασποράς στην τυπογραφία, τα ελληνικά τυπογραφεία αλλά και τη σημασία της εφεύρεσης της τυπογραφίας για την ελληνική επανάσταση. Παράλληλα, ο κος Βοζίκης ετοίμασε τα ονόματα των παιδιών με μεταλλικά στοιχεία σε σφραγιδούλες. Την εκπαιδευτική δράση συντόνισε η κα Βίκυ Γεροντοπούλου, Υπεύθυνη Ωνασείου Βιβλιοθήκης.

Υπεύθυνη Καθηγήτρια: Ειρήνη Αμοργιανιώτη ΠΕ02




Monday, March 7, 2022

Ο ουρανός γέμισε τσερκένια...Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Εστία

Άνοιξε το Τριώδι.

Τα κοριτσάκια του μαχαλά ντυθήκανε κουδουνάτοι με ό,τι παλιατσαρίες βρεθήκανε μες στα φορτσέρια. Τ’ αγόρια, με μια μουτσούνα μακρομύτα το σκάζανε σε άλλους μαχαλάδες για να ’χουνε πιο το ελεύθερο, βγήκανε βόλτα οι αραμπάδες με το τουμπελέκι, εριμιόλα ειβαλά, το γαϊτανάκι, ο ξυλοπόδαρος και όλα συνηθισμένα της απόκριας — το βραδάκι, εδώ κι εκεί, μια κιθάρα ή ένα μαντολίνο, τη νύχτα πληθαίνανε οι πατινάδες κ’ ήτανε όμορφα να σε ξυπνάει, τα χαράματα, έν’ αργοπορημένο από τον έρωτα και μερακλίδικο βιολί με συνοδεία σαντούρι, κι όσο παιδί κι αν ήσουνα λίγωνε η καρδιά σου κι έπλαθες όνειρα πάνω που σε ξανάπαιρνε ο ύπνος. Κι ο Τσουρτσούρας, ο κλεφτοσκυλάς, ανέβαζε σε ανοιχτή καρότσα ένα οργανάκι μαζί με τον οργανατζή, γυρόφερνε τα σοκάκια, μέρα μεσημέρι, κοκκινομύτης, θρονιασμένος επίσημος και σοβαρός, όπως πάντα σαν ήτανε σκνίπα στο μεθύσι. Και τ’ οργανάκι έπαιζε Λουτσία ντι Λαμερμούρ.

Φέτος πρωτακούστηκε στο μαχαλά το μερακλίδικο τραγούδι:

  Είσ’ εσύ δι’ εμένα ο κόσμος,
     είσ’ εσύ δι’ εμένα θησαυρός…
  

κι εκείνο το άλλο το σέρτικο:

  Άδικά ’τανε τα λόγια,
άδικα και τα φιλιά,
μέσα στην καρδιά σου, δόλια,
είχες όχεντρας φωλιά.
  

Μα το μεγάλο γλέντι ολάκερης της πολιτείας ήτανε το απόγεμα της τελευταίας Κυριακής. Αυθόρμητο, δίχως καμιά διοργάνωση και κομιτάτα. Ένα ξεχείλισμα χαράς, ένα κουβαρνταλίκι.

Ο κόσμος ξεχυνότανε στους δρόμους ακολουθώντας μια ορισμένη διαδρομή: Τράσα, πλατεία Μπελλαβίστα, έστριβε κι έβγαινε στο Χαλεπλί, Ζέρβα Φούρνο, Κατιρτζόγλου, Μπογιατζίδικα, και πάλι Τράσα και συνέχεια, κάπου τρία χιλιόμετρα όλα μαζί που τα ’φερνες γύρα δυο τρεις φορές — από του Ζέρβα κλαδιζόσουνα και στο Φαρδύ του Αι-Δημήτρη, αν είχες καμιά γιαβουκλού να της πετάξεις ένα μπουκετάκι μενεξέδες ή ένα διπλό ζουμπούλι, κι ακόμα παραπέρα στο Φαρδύ της Αρμενιάς αν γλυκοκοίταζες καμιά Αρμενοπούλα: τη μέρα εκείνη, μηδέν παρεξήγηση απ’ τους δικούς τους.

Πήχτρα ο κόσμος κ’ οι καρότσες. Ο κυρ Αργύρης ο ταβερνάρης με την παρέα του, ντυμένοι φουστανελάδες, πάνω στ’ αλόγατα, άλλοι φουστανελάδες, πεζοί και καβαλάρηδες, βλαχοπούλες, ναύαρχοι, στρατηγοί, ντόμινα, παλιάτσοι, κολομπίνες, αρλεκίνοι, πεζούρα ή μέσα σε καρότσες, μουσικές — γυναικόκοσμος, ομορφόκοσμος μαζεμένος στα παράθυρα και στα μπαλκόνια, βροχή λουλούδια, σερπαντίνες, κονφετί, στις οξώπορτες αφράτα δουλικά, τσαμπούρνες, μπαλόνια σκάζανε, σφυρίχτρες που ξετυλίγονταν σα σφύριζες και βρίσκανε κατάμουτρα τον καρσινό σου, χλαλοή, στα τρίστρατα μορτάκια με χαρτοσακούλες γεμάτες λόπια παραμονεύανε ποιος θα περάσει με μπομπέ: βουρ! και τα λόπια κροταλίζανε πάνω στο σκληρό καπέλο και κοκκινίζανε το σβέρκο του λιμοκοντόρου —μια τρέλα, μια χρυσόσκονη, ένα κεφάτο ρεμπελιό τυλίγανε την πολιτεία.

Και μέσα σ’ αυτό το πατιρντί, σε μια ανοιχτή καρότσα που τη σέρνανε δυο γυαλιστερά αλόγατα, καράδες, στεφανωμένα με χάρτινα λουλούδια άσπρα και γαλάζια, συνεπαρμένοι και άλαλοι, ο Γιακουμής και η Κατερινούλα — η Κατερινούλα δίχως το κίτρινο γατί στην αγκαλιά, για μια φορά. Ο νουνός της και θείος της μαζί, ένας μπεκιάρης σαρανταρίτης, καροτσιέρης του Φασουλά με δικιά του καρότσα, είχε τάξει της Κατερινούλας να τη βγάζει σεργιάνι με την καρότσα κάθε χρόνο στα γενέθλιά της. Και σύμπτωση , φέτος, τα γενέθλιά της πέσανε την τελευταία Κυριακή της απόκριας. Ο μπαρμπα-Κωστής το συλλογίστηκε λιγάκι, γιατί, μέρα που ήτανε, αν έπαιρνε αγώι, μπορεί να ’βγαζε και μια χρυσή λιρίτσα. Μα το τάξιμο, τάξιμο. Είχε και αδυναμία στην ανιψιά του.

Η Κατερίνα είχε βάλει όρο να την παίρνει μονάχη της σεργιάνι, σα μεγάλη κυρία, δίχως τη μητέρα και τον πατέρα της. Λοιπόν, τρεις και μισή το απόγεμα, οι γειτόνισσες είχανε βγει στις πόρτες να δούνε την Κατερινούλα ν’ ανεβαίνει στην καρότσα.

—Και νύφη! Και νύφη! της φωνάζανε, όσο καμάρωνε η μητέρα της.

Ξεκινήσανε. Καθώς περνούσανε απ’ το Φαρδύ του Αι-Γιάννη για να βγουν στη Μπελλαβίστα, το μάτι της Κατερίνας πήρε το Γιακουμή, που ’τρεχε να προφτάσει την παρέα του.

—Μπάρμπα Κωστή! Στάσου! Σταμάτα! φώναξε του θειού της. Εκείνος κράτησε τ’ αλόγατα, κι από το ψηλό του κάθισμα γύρισε το κεφάλι του να δει τι συμβαίνει.

—Μπάρμπα Κωστή, να πάρομε το Γιακουμή; Ε, Γιακουμή! φώναξε δίχως να περιμένει απάντηση. Εδώ! Έλα δω, ανέβα στην καρότσα.

—Μα εσύ δεν ήθελες να σε βγάζω μονάχη, σαν κοκόνα; διαμαρτυρήθηκε ο θειός της.

—Σήμερα είναι απόκριες.

—Καβαλιέρο που τον διάλεξες! γκρίνιασε ο μπάρμπα Κωστής, που το φτωχικό ντύσιμο και η αδυναμιά του Γιακουμή δεν του γεμίσανε το μάτι.

—Ας είναι. Ανέβα, βρε πιτσιλήθρα, είπε του Γιακουμή, που στεκότανε σα χαζός.

Και τώρα, καταμεσής στα Τράσα, τα δυο παιδιά κάθονταν αμίλητα. Η Κατερίνα με την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά της, σαστισμένη, αφαιρεμένη, πρώτη φορά μέσα σε τέτοιο ταβατούρι, ο Γιακουμής μαζεμένος στη γωνιά του, άπραγος από καρότσα. Κρατούσανε κ’ οι δυο στο χέρι από μια σακουλίτσα κονφετί, που τους είχε αγοράσει ο μπάρμπα Κωστής.

Γύρισε το κεφάλι του:

—Γιατί δε μιλάτε, βρε κουτάβια; Τι συλλογιέστε σα ντερβίσηδες;

Η Κατερινούλα είπε:

—Συλλογιέμαι την ευτυχία.

Το μπαγάσικο! μουρμούρισε από μέσα του ο μπάρμπα Κωστής, μιλάει σα μεγάλη. Ύστερα είπε φωναχτά:

—Βρε γέλα! Είν’ απόκριες! Πέταξε κονφετί!… Ε! Βάρδα μπρος!

Τα δυο παιδιά κοιταχτήκανε, γελάσανε, βγάλανε από μια φούχτα κονφετί και τα πετάξανε το ένα στ’ άλλο και τα μαλλιά τους γεμίσανε πολύχρωμα χαρτάκια. Αυτό ’τανε. Ξεθαρρέψανε, πειράζανε τις κουδουνάτοι, ο μπάρμπα Κωστής τσακωνότανε με όποιους θυμώνανε και βρίζανε τα παιδιά, τους φοβέριζε με το καμουτσί. —Κοίτα τούτον εδώ το φούσκα! Κοίτα εκείνον το γλίτση! φωνάζανε τα παιδιά— μαζεύανε τις σερπαντίνες που πέφτανε μισοξετύλιχτες μες στην καρότσα και τις ξαναπετούσανε, κάνανε σα μεθυσμένα, κάποιος από ένα μπαλκόνι πέταξε μια κόκκινη καμέλια και φώναξε γελώντας: —Για τη δεσποινίδα με την κόκκινη κορδέλα στα μαλλιά! —μα δε σημάδεψε καλά, κ’ η καμέλια έπεσε πίσω από την καρότσα. —Στάσου, μπάρμπα Κωστή! φώναξε η Κατερίνα, μα η καμέλια είχε κιόλα τσαλαπατηθεί, πίσω ερχότανε άλλη καρότσα, μέσα στην ίδια ζούρλια, η ντελμπεντέρισσα πολιτεία φόραγε στραβά τη σκούφια της, μια τρίτη βόλτα — και ξαφνικά τα δυο παιδιά χάσανε το κέφι τους, καθόντανε σα μουδιασμένα, γιατί ανάψανε τα φανάρια στα σοκάκια, καίγανε κάπου κάπου, από παράθυρα, ένα βεγγαλικό και ήτανε τόσο χλωμά, το φως των φαναριών και τα βεγγαλικά μέσα στο σούρουπο, και τόσο μελαγχολικά, και τότε προσέξανε πως είχε αραιώσει ο κόσμος, αλήθεια, σχεδόν είχαν αδειάσει τα σοκάκια, πως δεν το πήρανε είδηση, και σα φτάσανε κοντά στο χάνι του Φασουλά, ο μπάρμπα Κωστής κράτησε τ’ αλόγατα, γύρισε το κεφάλι του και είπε:

—Τέλος. Ο κάθε κατεργάρης στο μπάνκο του.

Τ’ αλόγατα, είπε, ήτανε κουρασμένα, έπρεπε να τα ξεζέψει και να τα βάλει στο παχνί. —Και ύστερα θα σε πάω…

—Μη νοιάζεσαι, μπάρμπα Κωστή, τον έκοψε η Κατερίνα. Θα με πάει στο σπίτι ο Γιακουμής.

Ο θειός κοίταξε το Γιακουμή με αμφιβολία:

—Είσαι άξιος να φυλάγεις το κορίτσι;

—Ο Γιακουμής; πετάχτηκε η Κατερίνα. Έδειρε μια φορά ένα μεγάλο αγόρι που με ’πε παλαβή — κι έκανε το μάτι του Γιακουμή.

Ανέβηκε στο μπροστινό καναπεδάκι, αγκάλιασε το θειό της και τον φίλησε στα δυο μάγουλα.

—Μαργιόλα, μουρμούρισε ο μπάρμπα Κωστής.

Τα δυο παιδιά πήρανε το δρόμο για το γυρισμό. Τα Τράσα ήτανε στρωμένα με κονφετί, σερπαντίνες, αδειανές χαρτοσακούλες, μαραμένα λουλούδια, τσαλαπατημένες καβαλίνες. Είχε σκοτεινιάσει πια. Τα φανάρια φέγγανε λιγότερο μελαγχολικά.

Ο κάθε κατεργάρης στο μπάνκο του. Μια δυο παρέες κουδουνάτοι, τσαλακωμένοι, σέρνανε άκεφα τα ποδάρια τους, αναρωτιόσουνα που να πηγαίνανε. Σε πολλά σπίτια, η σάλα, στο ισόγειο, ήτανε φωτισμένη, αλλού έρημη, αλλού ένα δυο άντρες, μια δυο γυναίκες, κουβεντιάζανε κουρασμένα ή σωπαίνανε, ξαπλωμένοι στις πολυθρόνες. Δουλικά φροκαλούσανε τις μαρμαροστρωμένες αυλές —σήμερα τις λένε χωλ— κι αυτές γεμάτες φρόκαλα και κονφετί. Μια πολίτσια με δυο ζαντάρμες περιπολούσανε, μπαϊραμντάν σόνρα. Σε μια σάλα, μια κοπέλα, μονάχη, καθότανε στο πιάνο κι έπαιζε, με την πλάτη γυρισμένη, ένα κομμάτι όλο τρίλιες. Τα δυο παιδιά σιμώσανε στο χαμηλό παράθυρο, ακουμπήσανε τους αγκώνες στο πρεβάζι κι ακούγανε τη μουσική μέσ’ από τα σφαλιχτά τζάμια. Πλάι στον αγκώνα του Γιακουμή, παραπεσμένη, κειτότανε μια κόκκινη καμέλια, σε κάπως καλή κατάσταση. Την πήρε, τη φύσηξε για να τη φρεσκάρει, και την πρόσφερε στην Κατερίνα, που αφαιρεμένη, παρακολουθούσε τα χέρια της κοπέλας όποτε ξεπροβάλλανε, δεξιά ζερβά, πάνω στα κόκαλα του πιάνου.

—Α! έκανε η Κατερινούλα.

Κοίταζε την κόκκινη καμέλια, εκστατική — και ξαφνικά τον αγκάλιασε απ’ το λαιμό για να του χαμηλώσει το κεφάλι, και τον φίλησε στο μάγουλο.

Την άλλη μέρα, Καθαρή Δευτέρα, οι τουρκογύφτισσες, κλαδωτές, σεινάμενες κουνάμενες πάνω στα ψηλά τακούνια τους, πήρανε τα σοκάκια πρωί πρωί, ζητιανεύοντας τ’ αποκριάτικα αποφάγια.

—Μάντζα, κοκόνα, μάντζα!

—Μάντζα, μακαρόνια, μάντζα!

Κι ο ουρανός γέμισε τσερκένια, που κορωνίζανε, ψηλά, χωνεμένα μέσα στο γαλάζιο.

Κάποιες φορές, τη νύχτα, σηκώνεις τη ματιά σου κι αγναντεύεις τ’ άστρα, περιμένοντας μήπως σταλάξουνε κάποιο βάλσαμο, κάποια παρηγοριά ή ελπίδα. Μα εκείνα λάμπουνε παγερά και ατσαλένια.

Ωστόσο, κοίτα, να! χάραξε κιόλα η ανατολή κι έρχεται κύματα κύματα το φως για μια παγκόσμια ελπίδα.

Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου: Τα σαραντάχρονα μιας χαμένης πολιτείας, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1993, σ. 252 - 256.

16η Συνάντηση: Η ιστορία με τα «παραμυθένια ένστικτα» από τα διηγήματα «Σβηστά χαλάσματα στο δρόμο της λύτρωσης και του μύθου» του Στέλιου Δουλγεράκη

 


Η ιστορία με τα «παραμυθένια ένστικτα» τελειώνει με τον πιο ωραίο τρόπο! Όταν η ζωή και η μοίρα «παραχωρούν τον χώρο τους» για να δείξουν την αξία τους, σαν να το χρωστάνε σε κάποια άτομα ή σαν να μετάνιωναν για τα λαθεμένα παιχνίδια που καμιά φορά έστηναν, τότε σημαίνει η ώρα της αληθινής στιγμής ενός ατόμου, μια στιγμή που τόσο πρόσμενε στο πέρασμα του χρόνου, μια στιγμή που τόσο περίμενε να του ανταποδώσει αυτό που του έλειπε, την επαφή με τις ρίζες του! Τώρα πια, ήταν ξάστερο ότι ο μύθος είχε διαβάσει καλά την αλήθεια, διότι οι ρίζες σε έναν άνθρωπο είναι βαθιές και αιώνιες, καθώς, όσο ο άνθρωπος δεν τις ανακαλύπτει, ο ίδιος χάνεται και παραμένει περιπλανώμενος στην ίδια του την χώρα!

Στο κεφάλαιο 7 του Επίκτητου από το εγχειρίδιο «Οδηγός για μια ευτυχισμένη ζωή», έγινε κατανοητό ότι ένας άνθρωπος δεν θα πρέπει να ξεχνιέται από τη στιγμή που «κατεβαίνει από το πλοίο». Θα πρέπει να έχει συνεχώς στραμμένο το μυαλό του προς το πλοίο, μην τυχόν κάποια στιγμή τον καλέσει ο καπετάνιος. Τότε θα σημάνει η ώρα του αποχωρισμού του ανθρώπου από τα εγκόσμια, διότι ο άνθρωπος πρέπει να τα αφήνει όλα εκείνα, υλικά αγαθά, γυναίκα και παιδιά, και να τρέξει στο πλοίο, χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω, προκειμένου να αγωνιστεί για έναν ανώτερο σκοπό! Αυτό είναι το «κάλεσμα της στιγμής στο χρόνο».

Saturday, March 5, 2022

Οι Απόκριες στη Λογοτεχνία



Αποκρηαίς-ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΡΗΣ

Κι’ ἐγὼ τραγούδια νέα θὰ τονίσω
σ’ αὐτὸ τὸν μασκαρένιο μας καιρό,
καὶ μασκαρᾶς ἐμπρός σας θὰ πηδήσω
νὰ σύρω ἀποκρηάτικο χορό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρί...,
καρσιλαμᾶ ἡ λύρα μου βαρεῖ.

Στοὺς τωρινοὺς καιροὺς τῆς Ρωμηοσύνης
τραγούδια δὲν μᾶς πρέπουν σοβαρά,
οὔτε κλωνάρια δάφνης καὶ μυρσίνης,
μᾶς φθάνει μουσικὴ τοῦ ταμπουρᾶ.
Γυναῖκες, ἄνδρες ὅλοι τὸ χορό,
καὶ σᾶς κρατῶ τὸ ἴσο... τιριρό.

Ὅλο τὸ χρόνο εἴμαστε μπερλίναις,
κι’ ὅμως βαστοῦμε ὕφος σοβαρό,
καὶ γιὰ τῇς δόξαις σκούζουμε ἐκείναις,
ποὺ ἄλλοτε τῇς εἴχαμε σωρό.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τιριρά...,
γιὰ βάλετε στὰ πόδια σας φτερά.

Μὰ σὰν ἐλθῇ τρελλὸ τὸ καρναβάλι,
ἀφίνομε τὴν πόζα τὴν πλαστή,
γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀλλάζομε κεφάλι,
καὶ μασκαράδες βγαίνομε σωστοί.
Ὄπ! Ὄπ! πηδᾶτε ὅλοι σας ψηλά,
ἡ φτέρναις σας ν’ ἀνάψουν... τραλαλά.

Ὅλα σ’ αὐτὴ τὴ γῆ μασκαρευτῆκαν,
ὀνείρατα, ἐλπίδες καὶ σκοποί,
ἡ μούραις μας μουτσούναις ἐγινῆκαν,
δὲν ξέρομε τι λέγεται ντροπή.
Ὄπ! Ὄπ! στὸ γῦρο ὅλοι... τραλλαλό...,
κι’ ἐγὼ μασκαρεμμένος σᾶς γελῶ.
  

Μπαλ ντε τετ-ΤΙΜΟΣ ΜΩΡΑΪΤΙΝΗΣ

Προχθές εδόθη «μπαλ ντε τετ» κι από την κερά Κώσταινα,
Που αν δεν πήγαινα,θ’αρρώσταινα.
Ο Γιάννης ο Στραβάραπας,προσήλθεν ως Ερρίκος
με κάπαν δε,ως Φίλιππος,ο γαλατάς ο Νίκος.
Η καφετζού η Μαριγώ,με του καφέ το μύλο
ως Ελισάβετ της Αγγλίας.
Μ’ένα κεφάλι Πομπαντούρ η πλύστρα η Βασίλω,
Που από την σκάφην έβγαινε και πήγαινε στας…Βερσαλλίας.
Πολύ καλή εμφάνισις του Χρήστου του Ταμπή
με κεφαλή Λουί κατόρζ κι ολίγον τι Κουμπή.
Ο Μέγκλας,ο αμανετζής,που θύμιζε και μούργον
με πρίγκηπος εμφάνισιν του οίκου των Αψβούργων
Η αλανιάρα η Λενιώ ως έξοχον προσώπατον
Κι ως Κρόμβελ,ο Παρακεντές που αδειάζει τον απ…
Στο τέλος επαίχθηκαν πόκερ και κούπες.
Και μέσ’στο παιχνίδι κάτι είπε η Βασίλω
και λόγο στο λόγο
και σούπα και μούπες
αρχίσαν το ξύλο.
Ο Φίλιππος τρίτος που φόραγε κάπα
βαράει αμέσως του Κρόμβελ μια φάπα.
Προσφέρει δυο-τρεις καρπαζιές του Ερρίκου
ο Δουξ της Αόστης φωνάζοντας-Βάρτου!
Κι ο Χρήστος με ύφος κομψόν Λουδοβίκου
δεκάτου τετάρτου,
βουτάει τον πάγκο κι αμέσως βοά;
Λεφτά σε μουά.
  

Monday, February 21, 2022

Η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων στη Λογοτεχνία


 

Πατριωτισμοί στα Γιάννενα

Περίεργο: από τα μαθητικά μου χρόνια στα Γιάννενα, δε θυμάμαι τις γιορτές για την 28η Οκτωβρίου, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά για την απελευθέρωση της πόλης. Ίσως, επειδή δεν είχαν περάσει ούτε δέκα χρόνια από τα γεγονότα του πολέμου στην Αλβανία και δεν είχαν προλάβει ακόμη να γίνουν μύθος, ενώ είχαν περάσει κιόλας σαράντα χρόνια από την απελευθέρωσή της από τους Τούρκους, το 1913.

Θυμάμαι λοιπόν τις παρελάσεις στην πλατεία, στις 21 Φεβρουαρίου, όλο ερωτισμό, με την Άνοιξη να στέλνει τις πρώτες φουσκοδεντριές στις φλαμουριές του Κουραμπά και στα πλατάνια του Μώλου, και τις μαθήτριες με τις μαύρες ποδιές, να φλυαρούν ξαναμμένες. Λόγοι στη γιορτή του σχολείου, που κανείς μας δεν τους άκουγε, και τραγούδια, που τα συνόδευε ο συμμαθητής μας, ο Στέφανος Σταμάτης, με το βιολί:

«Τα πήραμε τα Γιάννενα, μάτια πολλά το λένε οπού γελούν και κλαίνε».

Είχα προσέξει πάντως ότι το μόνο που κάπως μας συγκινούσε, κι εμένα και τους άλλους μαθητές, ήταν η αναφορά στο Μπιζάνι, που βρισκόταν πολύ κοντά στην πόλη, και τα υψώματά του τ’ αγναντεύαμε από το Βελισσάριο. Αλλά ποτέ δεν μας πήγαιναν εκδρομή πέρα από την Κιάφα, επειδή παραέξω έβραζε τότε ο Εμφύλιος. Όσο για το Βελισσάριο, το λόφο στην είσοδο των Ιωαννίνων, όπου πηγαίναμε για βόλτα ή για διάβασμα στο γρασίδι, με τη λιακάδα, κι αυτός κάτι μας έλεγε, αλλά μας μπέρδευε η συνωνυμία με τον βυζαντινό στρατηγό του Ιουστινιανού, με τον οποίο βέβαια δεν είχε καμία σχέση. Λίγοι από μας ξέρανε ότι ονομάστηκε έτσι προς τιμήν του Έλληνα αξιωματικού του 1912-13, του Βελισσαρίου, που παρέκαμψε την αντίσταση του Μπιζανίου και της Μανωλιάσσας, προχώρησε αριστερά στο διάσελο του Αγίου Νικολάου, το βρήκε αφύλαχτο κι έφτασε με το σώμα του στην άκρη των Ιωαννίνων. Ο Εσσάτ-πασάς, ο Τούρκος Φρούραχος, αιφνιδιάστηκε και παρέδωσε την πόλη. Κι ο Βελισσάριος, που είχε ενεργήσει αστόχαστα και χωρίς διαταγή, γλίτωσε το στρατοδικείο. Αλλά φαίνεται πως τα μεγάλα κατορθώματα μόνο οι αστόχαστοι τα πετυχαίνουν. Το ίδιο έγινε κι αργότερα, το 1940, με τον Μέραρχο της 8ης Μεραρχίας, τον Κατσιμήτρο, που αντί να συμπτυχθεί στο Μακρυνόρος, όπως του είχε ορίσει το Γενικό Επιτελείο, περίμενε τους Ιταλούς στο Καλπάκι και τους έστειλε στον αγύριστο.

Μαθητική εκδρομή στο Μπιζάνι πήγαμε μονάχα το 1950, όταν είχε τελειώσει πια ο Εμφύλιος κι εγώ τελείωνα τη Ζωσιμαία Σχολή. Πήγαμε και στο Εμίν Αγά, όπου, καθώς είπε στο λόγο που μας έβγαλε ο Γυμνασιάρχης, είχε το Στρατηγείο του ο Στρατηλάτης, δηλαδή ο τότε διάδοχος Κωνσταντίνος ο ΙΒ΄, που λίγο αργότερα ανακηρύχτηκε βασιλεύς των Ελλήνων μέσα στα Γιάννενα, στο σπίτι του Λάππα, όταν στη Θεσσαλονίκη δολοφονήθηκε ο Γεώργιος.

Αυτόν τον Κωνσταντίνο, τον ήξερα πιο πολύ από μια κορνιζαρισμένη ελαιογραφία του Γιαννιώτη ζωγράφου Κενάν Μεσαρέ που ήταν εκτεθειμένη μονίμως στην προθήκη του Φωτογραφείου Βασιλείου Κουτσαβέλη, κάτω από το ξενοδοχείο Ακροπόλ. Δεν ξέρω αν βρισκόταν εκεί για να θυμίζει το γεγονός της απελευθέρωσης ή να διακηρύττει τον φιλοβασιλισμό, άρα και την εθνικοφροσύνη, τον καταστηματάρχη, και τον πατριωτισμό του ζωγράφου με το παράξενο όνομα.

Όλα αυτά ήταν περιζήτητα διαπιστευτήρια εκείνα τα χρόνια.

Αλλά η πιο ζωντανή παρουσία που μας συνέδεε με το Μπιζάνι και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων ήταν ο Καπετάνιος. Κανείς δεν ήξερε το όνομά του ούτε την οικογένειά του – αν είχε. Παλιός μπιζανομάχος, όπως έλεγαν, φορούσε, χειμώνα καλοκαίρι, την ίδια πάντα θερινή στολή του 1912, με γαλόνια δεκανέα, με γκέτες και γαλλικό στρατιωτικό πηλήκιο, με μια πέτσινη λουρίδα λοξά στο στήθος, πάνω από το χιτώνιο. Μικρόσωμος και αδύνατος, μισή μερίδα, με γενάκι και μεγάλα άσπρα μουστάκια. Χαιρετούσε στρατιωτικά στο δρόμο τους αξιωματικούς – και υπήρχαν πολλοί τότε στα Γιάννενα, εξαιτίας του πολέμου και της 8ης Μεραρχίας. Άλλοι του το ανταπέδιδαν και οι πιο πολλοί κάνανε πως δεν τον είχαν αντιληφθεί. Εμφανής ήταν η παρουσία του στη βραδινή υποστολή της σημαίας της Μεραρχίας, στην Κεντρική Πλατεία, όπου φρόντιζε να είναι πάντα παρών, έπαιρνε θέση αντίκρυ της σε στάση προσοχής, όπως εξάλλου όλοι οι περιπατητές και οι θαμώνες των γύρω καφενείων και ζαχαροπλαστείων (του Αβέρωφ, του Παρθενώνα και της Μεγάλης Βρετανίας) και χαιρετούσε με τον παλιό τρόπο, φέρνοντας την παλάμη οριζόντια στο πλάι του πηληκίου.

Μ’ αυτόν τον τρόπο τον χαιρετούσαμε κι εμείς, όταν τον συναντούσαμε στο δρόμο. Φορούσαμε πηλήκιο και μας ανταπέδιδε τον χαιρετισμό. Μερικοί όμως του πετούσαν κοροϊδευτικά το στίχο από το τραγούδι που ήταν τότε της μόδας: «Καπετάνιε, καπετάνιε, χαμογέλα!» […]

Πότε τέλειωσαν όλα αυτά κι αν τέλειωσαν, δεν ξέρω. Για μένα πάντως τίποτε δεν τελειώνει. Και κάθε φορά που πηγαίνω στα Γιάννενα, με οποιαδήποτε αφορμή, όπως τώρα, κάνω βόλτες στον Κουραμπά, στην Πλατεία, στο Μώλο, συναντώ παλιούς φίλους που έχουν χαθεί, και το βράδυ, όταν χτυπάει η σάλπιγγα και γίνεται υποστολή της σημαίας, ψάχνω μπροστά στη Μεραρχία να ιδώ τον Καπετάνιο.

Χριστόφορος Μηλιώνης, «Πατριωτισμοί στα Γιάννενα», στο Ερ. Καψωμένος [επιμέλεια – ανθολόγηση] Η πόλις άδουσα, Ανθολόγιο Ηπειρώτικης πεζογραφίας, Νομαρχιακή αυτοδιοίκηση Ιωαννίνων, Ιωάννινα 2002, σελ. 144-146.

Πηγή: https://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/education/urban/item.html?iid=869




Της ΙΩΑΝΝΑΣ ΒΙΛΑΕΤΗ - ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τετρακόσια ογδόντα τρία χρόνια σκλαβιάς έζησαν οι Γιαννιώτες κι όμως αυτά δεν μπόρεσαν να εξαφανίσουν τον Ηπειρώτικο λαό μας, το Έθνος μας, την Ελληνική ψυχή μας. Το 1430 μ.Χ. παραδόθηκαν τα Γιάννενα στους Τούρκους αλλά δεν τούρκεψαν. Κράτησαν τη γλώσσα, έσωσαν την παράδοση, κάνοντας φάρο στην πικρή ζωή τους την Ελλάδα, για πέντε σχεδόν αιώνες. Πάλευαν για τη λευτεριά τους, ευαισθητοποιώντας όλους τους Έλληνες που έτρεξαν να βοηθήσουν στον τελικό αγώνα που μας έδωσε τη Λευτεριά, εκατό χρόνια σχεδόν μετά την Επανάσταση του 1821. Εθελοντικές ομάδες απ’ τον αλύτρωτο ακόμα Ελληνισμό, όλη η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, η Σμύρνη, τα βάθη της Μ. Ασίας, η Κύπρος, έσπευσαν να λάβουν μέρος και να δώσουν και τη ζωή τους ακόμα σε εκείνους τους πολέμους του 12-13. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων συντάραξε τις ψυχές και αποτυπώθηκε με ενθουσιασμό και συγκίνηση στην Λογοτεχνία, στην Τέχνη, στην Ποίηση. Τα Δημοτικά τραγούδια, η Λογοτεχνία, η Ποίηση κατέγραψαν την πίκρα για τη ζωή της σκλαβιάς και την προσμονή της Λευτεριάς, την πίστη γι’ αυτόν τον Αγώνα και τέλος τον ενθουσιασμό για το Μέγα Αποτέλεσμα: την Απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Ακόμα και σήμερα, διαβάζοντας αυτά που γράφτηκαν τότε, έρχονται δάκρυα στα μάτια μας και στις καρδιές μας, σα να ζούμε τώρα εκείνες τις στιγμές.

  • Η Γκυ Σαντεπλαίρ, σύζυγος του Γάλλου Προξένου Δυσσάπ, μας δίνει μια τραγική περιγραφή των σκλαβωμένων ακόμα Γιαννίνων στο παρακάτω κείμενό της: «Μετά τις επτά τα Ιωάννινα είναι πόλις έρημος, πεθαμένη. Τι ερημιά, τι σιωπή! Ουδείς κρότος ακούεται από τα σπίτια. Τα παράθυρα είναι σκοτεινά. Το στρατοδικείο εργάζεται διαρκώς. Αι έρευναι και αι συλλήψεις διαδέχονται αλλήλας. Οι επίσημοι, δικηγόροι, ιατροί, έμποροι της πόλεως εφυλακίσθησαν, χωρίς να είναι γνωστή η αιτία της φυλακίσεώς τους. Τα μπουντρούμια είναι γεμάτα από τους δυστυχείς αυτούς ανθρώπους τους οποίους δέρνουν ανηλεώς… Χωρικοί καταδικασθέντες υπό του στρατοδικείου εκρεμάσθησαν εις τα δέντρα των δρόμων… Το να εισάγει κανείς Ελληνική εφημερίδα εις τα Ιωάννινα είναι έγκλημα!.. Ο ένοχος εκτίθεται αναμφιβόλως εις κίνδυνον να κρεμασθεί».
  • Ο «Ισραηλίτης, πολίτης των Ιωαννίνων Νισήμ δε Κάστρο» όπως υπογράφει ο ίδιος, με το ποίημά του «Η ευχή της Μάννας», εκφράζει τον πόθο του να λάβει μέρος στον αγώνα για τη Λευτεριά και ζητάει την ευχή της μάνας του «για να δοξαστεί η φυλή» κι εκείνη τον ευλογεί και καταλήγει: «…Στολίσου υιέ μου τ’ άρματα και φόρεσε το στέμμα / κι ορκίσου το ενώπιον της Παναγίας κι εμένα / που θα φυλάξεις την τιμή, του Έθνους τη Σημαία / και θα γυρίσεις νικητής, περήφανος μια μέρα»!
  • Ο Ανδρέας Καραντώνης (1962), με το ποίημά του «Πώς πήραμε τα Γιάννενα» δίνει τη στιγμή του Μεγάλου Αγγέλματος στο Νησί απ’ τον πατέρα του «πήραμε, πήραμε τα Γιάννενα» και καταλήγει στους τρεις τελευταίους στίχους: «…κι ήταν χαρούμενοι και κλαίγανε / που πήραμε πήραμε τα Γιάννινα / χωρίς κανένα ψέμμα, μόνο με αίμα…».
  • Ο Άγγελος Σημηριώτης περιγράφει πώς πέφτει το Κάστρο και παραδίνεται στου «Ρήγα το γυιο, της Μοίρας το γυιο» και δοξάζει τη στιγμή με τους τέσσερες τελευταίους στίχους: «Πάει η ψυχή του Αλή Πασά, του Αλή το μίσος πάει, / και να στης Λίμνης το βυθό η Ώρια κυρά ξυπνάει: / - Του Ρήγα γυιε, της Μοίρας γυιε, χρυσέ σαν καλωσύνη / δικά σου είναι τα Γιάννενα με την Κυρά Φροσύνη!»
  • Ο ποιητής Βουγιουκλάκης γράφει για τα δεινά του πολεμιστή, που δεν τον έκαναν να δειλιάσει: «Δεν με φοβίζουν μάνα μου οι σφαίρες, τα κανόνια / μα με φοβίζει η βροχή, του Μπιζανιού τα χιόνια. / Μάνα μου, σαν θάρθω πίσω την Ελευθεριά θα φέρω. / Νικητής θε να γυρίσω, κι άλλο πια δεν θα υποφέρω».
  • Ο ποιητής Στέφανος Δάφνης βάζει την πίστη του για τον σίγουρο ερχομό της Λευτεριάς στο στόμα των πουλιών που πετούν χαμηλά και λένε: «…Ανοίχτε στράτα διάπλατα και / στράτα μυρωμένη / κι έρχεται η Λευτεριά η Κυρά / με τ’ άνθη στολισμένη».
  • Ο Ιωάννης Πολέμης παροτρύνει τη Λευκοφόρα Νίκη στο ποίημά του: «Ο Χάρος πηγαινοέρχεται χωρίς να ξανασάνει… / - Αγκάλιασέ τον άφοβα ω λευκοφόρα Νίκη, / ….μα η δόξα σου είναι αυτός. / Κι αν στα σφιχταγκαλιάσματα τα κόκκινα τα χέρια / ματώνουν της χλαμύδας σου το κάτασπρο πανί, / μη την ξεπλένεις, άφες την να κοκκινίσει ακέρια: / Πορφύρα να γεννεί»!
  • Ο γλυκός τραγουδιστής Γεώργιος Χατζή - Πελλερέν (πατέρας του Δημ. Χατζή, Γιαννιώτη συγγραφέα), απ’ τις φυλακές μέσα στο Κάστρο που κρατιόνταν, καταδικασμένος σε θάνατο για την εθνική του δράση, γράφει στις 20/2/1913, παραμονή της μεγάλης μέρας, στο ποίημά του με τίτλο «21 Φεβρουαρίου 1913». «- Κάψε κανόνι! (η σκλάβα) δέεται κι απ’ τη σκληρή μου μοίρα και τη σκλαβιά μου βγάλε με ετούτη τη βραδιά!.. / «Κάψε!» μια σύγκαρδη φωνή όλη η πόλη υψώνει. / «- Κι ας είναι αντάμα κι ουρανός και χώμα να σμιχτούν! / Τζαμί μαζί κι εκκλησια ας γκρεμιστούν, κανόνι. / Τα Γιάννινά μας ‘λεύθερα μονάχα απόψε ας βγουν!».
  • Η Χρυσάνθη Ζιτσαία, Ηπειρώτισσα ποιήτρια που ζούσε στη Θεσ/νίκη, απευθύνεται στον παππού της που πέθανε 103 χρόνων, χωρίς να προφτάσει, για τρεις μήνες να δει τα Γιάννενα ελεύθερα, γράφοντας στο ποίημά της «Το φως τ’ ανέσπερο»: «Εκατόν τρία χρόνια ακέραια τά 'ζησες / και πάλι βιάστηκες, παππού μου, να πεθάνεις. / Τρεις μήνες μόνο ακόμα και θα πρόφταινες / ανάσταση να κάνεις. / Θάηταν πολύ τρεις μήνες να σου χάριζε / στ’ αδικημένο της ζωής σου το μεράδι; / Ας ήταν, Θεέ μου, μπορετό να σούδινα / κι απ’ της καντήλας μου το λάδι. / Να τόβλεπες, παππού, το φως τ’ ανέσπερο / -καϋμός σου και μαράζι κι έγνοια πρώτη – / Κι απέ να διάβαινες στην δίκαιαν ώρα σου, / παλιέ μου εσύ Γιαννιώτη».
  • Ο Βασ. Κραψίτης, Ηπειρώτης λογοτέχνης – ποιητής, κλείνει το βιβλίο του «Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων στην ποίηση», απ’ όπου αντλήθηκαν αποσπάσματα για τούτο το αφιέρωμά μου στην απελευθέρωση των Ιωαννίνων, με το ποίημά του για το Μπιζάνι και στέλνει τις παραινέσεις του και το φωτεινό του κάλεσμα – κάτω από Εθνικές καταιγίδες – για μια ανάταση της ψυχής, όπως προφητικά ο ίδιος λέει στο ποίημά του «ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ»: «Η Πατρίδα μιλάει: / ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ! / Έτρεξαν όλοι, όλοι / Πρώτοι οι θεοί / που χάραξαν στις συνειδήσεις / την ατομική ευθύνη. / Έτρεξε κι η Ιστορία / ακόμα κι οι ψυχές. / Έτσι γράφτηκε εκείνη η εγρήγορση. / Κι απ’ τα ψηλώματα / κάποτε / εκύλισε η Λευτεριά / κι είπε: / Μη ρωτάτε! / Το Μπιζάνι έπεσε… / Το Μπιζάνι έπεσε… / ΓΡΗΓΟΡΕΙΤΕ! / Αυτή η νέα προσταγή …………….. Όμως από τότε ηχεί / σαν Μαραθώνιο σάλπισμα / μιας αιώνιας Πατρίδας / για να φωτίζει, να φλογίζει / και να νουθετεί. / Γρηγορείτε!..»

[Αναδημοσίευση από την εφημερίδα: "ΠΡΩΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ"]

Sunday, February 20, 2022

15η Συνάντηση: Διερευνώντας την πλοκή ιστορίας και μύθου, «ραγιάς – ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821» του Γιάννη Καλπούζου



Την Παρασκευή 18 Φεβρουαρίου, ο όμιλος συνέχισε την ανάγνωση του βιβλίου «ραγιάς – ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821» του Γιάννη Καλπούζου. Έγινε ανάγνωση των επόμενων κεφαλαίων 3 και 4 από τους μαθητές. Ο ήρωας, Αγγελής καταφέρνει να σωθεί και να βρει προσωρινό καταφύγιο αλλά η κατάσταση γι’ αυτόν περιπλέκεται. Ο ήρωας μόλις αρχίζει το ταξίδι του ως φυγάς αλλά και το προσωπικό του ταξίδι μέσα από σωματικές, συναισθηματικές και ψυχολογικές συγκρούσεις και αλλαγές. Ο ψυχικός του κόσμος πια βρίσκεται σε περιπέτεια. Ο ίδιος βιώνει έντονα το αδιέξοδο, την ανασφάλεια αλλά και το αίσθημα της αδικίας. Ο αξιακός του κόσμος και η νεανική ορμή του έρχονται σε σύγκρουση με πρόσωπα, συμφέροντα και καταστάσεις, που με πιστότητα αναπαριστούν µια εποχή µε ιστορικό ενδιαφέρον. Έτσι, ο ήρωας τοποθετείται σε ένα ρεαλιστικό γεωγραφικό και ιστορικό – πολιτιστικό περιβάλλον, από το οποίο ο συγγραφέας και αναγνώστης βρίσκονται σε «χρονική απόσταση». Μια «χρονική απόσταση» που για το συγγραφέα μπορεί να είναι απαραίτητη, σύμφωνα με ορισμένους κριτικούς του ιστορικού μυθιστορήματος, για την εξασφάλιση της αντικειμενικότητας.

Παράλληλα, οι μαθητές ως αναγνώστες, μετά το επεισόδιο που στάθηκε αφορμή για την περιπέτεια του βασικού ήρωα, Αγγελή, παρακολούθησαν τη σκιαγράφηση και άλλων µυθιστορηµατικών προσώπων. Ιδιαίτερη εντύπωση τους έκανε ο Τζίγνος ως χαρακτήρας του έργου. Οι ζωηρές περιγραφές της εμφάνισης, του ήθους και της συμπεριφοράς του πέρα από την αισθητική απόλαυση γεννούν προβληματισμό στον αναγνώστη για το ποια κοινωνική ομάδα αντιπροσωπεύει ο ήρωας, ποια πραγματικότητα της εποχής αποτυπώνεται. Ο κόσμος αξιών του Τζίγνου αναπαρίσταται με γλαφυρότητα αλλά παράλληλα προκύπτουν ερωτηματικά για τη δράση ορισμένων Ελλήνων.

Ακόμη, αναπτύχθηκε συζήτηση για τις συμβάσεις του ιστορικού μυθιστορήματος. Αναφορικά με τα πρόσωπα που πρωταγωνιστούν, καθώς είναι πρόσωπα που δεν έχουν απασχολήσει εκτεταμένα την επίσημη ιστοριογραφία και γνωστές ιστορικές προσωπικότητες. Συγχρόνως, η συµφωνία των χαρακτήρων και των γεγονότων µε την ιστορική πραγµατικότητα στην οποία τοποθετείται η δράση εντάσσουν το μυθιστόρημα αυτό στις παραδοσιακότερες µορφές του ιστορικού µυθιστορήµατος. Από άποψη αφηγηµατικής δοµής, έχουμε ένα πρόσωπο σημαντικό, τον γραμματικό, που παρεμβάλλεται στη δράση. Η αφήγηση και η δράση δεν εστιάζουν σε αυτόν, ωστόσο ο αναγνώστης γνωρίζει την ύπαρξή του και ότι µε ένα προκαθορισµένο τρόπο, θα επιστρέψει ξανά στο επίκεντρο, καταγράφοντας και σχολιάζοντας. Με τον τρόπο αυτό, ο συγγραφέας δηµιουργεί τις προϋποθέσεις για την ικανότητα των αναγνωστών του να δουν το έθνος και τον αγώνα του σε ένα άλλο χρόνο, στο χρόνο του γραμματικού και να κάνουν επεκτάσεις στο σήμερα, καλύπτοντας τη διάσταση του χρόνου και εξασφαλίζοντας τη χρονικότητα του έθνους. Ο αναγνώστης σταδιακά παρακολουθώντας την πορεία του βασικού ήρωα συνειδητοποιεί την ιστορικότητα του έθνους του, τον ελληνισµό ως ενιαίο σύνολο και καλείται να δει και τη δική του θέση στο σύγχρονο κόσμο ως εκπρόσωπος του εθνικού συνόλου. Έτσι, το ιστορικό μυθιστόρημα τέρπει και διδάσκει.

Αξιοσημείωτο είναι ότι από την ανάγνωση και τη συζήτηση διαπιστώθηκε η εξοικείωση πλέον των μαθητών με τη γλώσσα του μυθιστορήματος, καθώς παρακολουθούν αβίαστα τη ροή του μύθου. Μια γλώσσα ιστορικώς συνεπής, που προσφέρει ιστορικό χρωμα και που ειδικά στους διαλόγους συνυφαίνει την ομιλουμένη λαϊκή γλώσσα της εποχής της τουρκοκρατίας, τα ρωμαίικα, με διάφορα γλωσσικά ιδιώματα, με διαλέκτους της ελληνικής, με τούρκικα δάνεια και με την αυτούσια σχεδόν μεταφορά ξένων λέξεων της Δύσης. Η λογοτεχνική γλώσσα του μυθιστορήματος είναι πλέον κατανοητό από τους μαθητές ότι αποτελεί συνειδητή επιλογή του συγγραφέα αλλά παράλληλα και δύσκολο εγχείρημα και ότι συμβάλλει στη γλωσσική ανάπλαση µιας περασµένης εποχής.

“Την ιστορία του τόπου του ο πολύς κόσµος δεν τη µαθαίνει από τις βαρειές πραγµατείες των ιστορικών, αλλά από τη µυθιστοριοποιηµένη µορφή που έδωσαν στα γεγονότα του ένδοξου ή τραγικού παρελθόντος οι ικανοί λογοτέχνες”.

Θανάσης Πετσάλης-∆ιοµήδης.

Saturday, February 19, 2022

14η Συνάντηση : «Πυθαγόρεια χώρα» από το βιβλίο «Σβηστά Χαλάσματα» του Στέλιου Δουλγεράκη

 


Στη συνάντηση, την Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2022, και στην ιστορία «Πυθαγόρεια χώρα» από το βιβλίο «Σβηστά Χαλάσματα», συζητήθηκε το θέμα της «υποδοχής» του εφιαλτικού ποταμιού των «προσφύγων» από τους «Άγιους Πατέρες» και την πολιτική ηγεσία στα νησιά της Ελλάδας, υπό την ομπρέλα «της ελπίδας, της σωτηρίας και της αλληλεγγύης», λέξεις που … «γίνονται ανήθικες και ύπουλες όταν υπηρετούν μόνο το «φαίνεσθαι» και το συμφέρον της υπόστασης κάθε εξουσίας…», ανεξαρτήτως κομματικής συνείδησης…

Οι δυο ποιμένες της Πυθαγόρειας χώρας, ο θρησκευτικός και ο πολιτικός, γονατίζουν ταυτόχρονα, σαν κολυμβητές σε συγχρονισμένη κολύμβηση, μπροστά στον φακό της «τεχνολογίας» και του διαδικτύου, καθώς αυτά περνούν την αλήθεια μέσα στην εικόνα!

«Παντοδύναμε Θεέ, συγχώρεσέ μας για το κακό που αφήσαμε να γίνει..».. «Την ημέρα που η δύναμη της αγάπης θα υπερνικήσει την αγάπη της δύναμης, ο κόσμος θα γνωρίσει την ειρήνη!»

Περνώντας στο βιβλίο «Επίκτητος, Οδηγός για μια ευτυχισμένη ζωή», ο Επίκτητος μας υπενθυμίζει ό,τι, από όσα εξαρτώνται από εμάς, πρέπει να αποφεύγουμε αυτά που είναι αντίθετα στη φύση του ανθρώπου, διότι μόνο έτσι θα οδηγηθούμε στην ευτυχία. Διαφορετικά, αν προσπαθούμε, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, να αποφύγουμε την αρρώστια ή τον θάνατο ή την φτώχεια, θα δυστυχήσουμε. Επίσης, αναφορικά με τις επιθυμίες, τονίζει ότι αν επιθυμούμε κάτι από αυτά που δεν εξαρτώνται από εμάς, είναι σίγουρο ότι και θα αποτύχουμε αλλά και θα δυστυχήσουμε ως άνθρωποι. Θα πρέπει έτσι να κάνουμε λελογισμένη χρήση της επιθυμίας, συγκρατημένα, επιφυλακτικά και χωρίς να πιεζόμαστε… ακόμη, σε σχέση με αυτά που αγαπάμε, θα πρέπει να μην ταρασσόμαστε εάν χάσουμε ένα αγαπημένο πράγμα ή πρόσωπο, όταν αυτό πεθάνει…φυλάσσοντας έτσι μέσα μας, εσωτερικά, και με τον καλύτερο τρόπο, την αγάπη μας γι’ αυτό!

13η Συνάντηση - Ανάγνωση του Ιστορικού Μυθιστορήματος «ραγιάς – ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821», Γιάννης Καλπούζος

Την Παρασκευή 4 Φεβρουαρίου, ο εκπαιδευτικός όμιλος ανέγνωσε τα δύο πρώτα κεφάλαια του βιβλίου «ραγιάς – ΜΕΡΕΣ ΚΑΙ ΝΥΧΤΕΣ 1821» του ηπειρώτη συγγραφέα Γιάννη Καλπούζου. Από την ανάγνωση και τη συζήτηση που ακολούθησε έγινε εισαγωγή:

  • στην υπόθεση του έργου, τον πρωταγωνιστή, τα δευτερεύοντα πρόσωπα, τον τόπο και το χρόνο
  • στην αρχική κατάσταση του ήρωα
  • στη σύνδεση περιεχομένου και τίτλου
  • στο ιστορικό πλαίσιο του έργου
  • στο πολιτιστικό περιβάλλον που αναδύεται
  • στις πηγές του συγγραφέα
  • στις έννοιες ιστορία και μυθοπλασία

Παράλληλα, συζητήθηκε πώς η ιστορία γίνεται λογοτεχνία και πώς η λογοτεχνία μπορεί να διασώζει την ιστορική μνήμη. 

Ακόμη, οι ίδιοι οι μαθητές εξέφρασαν την επιθυμία τους να συναντηθούν με τον ηπειρώτη συγγραφέα, Γιάννη Καλπούζο, και συντάχθηκε πρόσκληση, η οποία αποστάλει με το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ο συγγραφέας, Γιάννης Καλπούζος, τον οποίο ευχαριστούμε  θερμά για την άμεση ανταπόκριση, αποδέχτηκε την πρόσκληση και ορίστηκε συνάντηση την περίοδο της Άνοιξης.

Sunday, February 6, 2022

Μια ηρωική και μια μαύρη σελίδα του 1821, αποσπάσματα από το μυθιστόρημα «Ραγιάς-Μέρες και νύχτες 1821» του Γιάννη Καλπούζου


 

ΠΡΩΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Άξαφνα, αραιώνοντας λίγο η αντάρα, φάνηκαν να έρχονται οι Τούρκοι του Κιουταχή πανστρατιά προς την Κλείσοβα· περπατώντας μες στο νερό απ’ τα ανατολικά και με πλοιάρια απ’ το Βασιλάδι, βαρώντας με τα κανόνια που είχαν απάνω τους.

Χτυπούσαν και τα τύμπανα και φύσαγαν τις τρομπέτες για να μας τρομάξουν και να ψυχώνονται οι δικοί τους…

Στο νησάκι, όλο κι όλο εξήντα οργιές στο μάκρος και είκοσι έξι στο φάρδος, βρισκόμασταν εκατόν τριάντα. Αραδιαστήκαμε στο ξύλινο τείχος ολόγυρα στην ακτή κι άλλοι στην Αγία Τριάδα και στην πελάδα όπου πλαγιάζαμε. Στην εκκλησιά υπήρχαν πολεμίστρες, ενώ στη σκεπή, γύρω απ’ το μικρό καμπαναριό, είχαμε φτιαγμένη ντάπια από λιθάρια, ξύλα και κοφίνια με χώμα. Εκεί ήτανε στημένα και τέσσερα κανόνια, τα δυο μεσαία και τα δυο μικρά.

Πιάσαμε να τουφεκάμε τους Τούρκους και να ρίχνουμε με τα κανόνια. Όπως δυσκολεύονταν να περπατήσουν, γιατί καταβούλιαζαν στον πάτο της λιμνοθάλασσας και τους μπόδιζε και το νερό, δεν πήγαινε κανένα βόλι χαμένο.

Όμως, πίσω απ’ το πούσι και τους καπνούς των πυροβολισμών ξεφύτρωναν άλλοι, δε σώνονταν οι σατανάδες.

Έφταναν στον φράχτη και χαλούσαμε αβέρτα. Κάμποσοι τραβούσαν τα παλούκια, διάβαιναν και ζυγώνανε στο δεύτερο ξύλινο τείχος. Κατάφεραν και να πατήσουν στη στεριά δυο σημαιοφόροι τους, μα τους ξεπαστρέψαμε.

Λαβώνονταν και σκοτώνονταν κι από εμάς. Πιότεροι οι πληγωμένοι, καθώς οι άπιστοι βαστούσαν κοντόκανα ναυτικά τρομπόνια που έριχναν πολλά βόλια μαζί, μυδράλια τα λέγαμε.

Τότε φάνηκε απ’ το Μεσολόγγι ο στρατηγός Κίτσος Τζαβέλας με επτά-οκτώ άντρες. Είχε τρέξει πρώτος, πήδηξε σε μια πάσαρα, που την έσπρωχνε με το κοντάρι ο δεκαεξάχρονος Μεσολογγίτης Αναστάσης Βορίλας, και πέρασε μέσα απ’ τον χαλασμό. Σκότωσαν μόνο τον γραμματικό του και λάβωσαν έναν στρατιώτη.

Ο ερχομός του μας γκάρδιωσε όλους. Δοκίμασαν κι άλλοι, όπως ο Γιώργης και ο Γιάννης Τζαβέλας και ο Κωνσταντής Τρικούπης, μα τους βούλιαξαν οι Τούρκοι τις πάσαρες και πλιο τουφέκιζαν από μακριά. Όπως ρίχνανε και τα κανόνια απ’ τα νησάκια του Ανεμόμυλου και του Λητροβιού.

Τα γιουρούσια των Τούρκων γίνονταν απανωτά κι έρχονταν απ’ όλες τις μεριές, χωμένοι στο νερό μέχρι το ζωνάρι ή τον λαιμό, και πάνω σε πριάρια.

Οπισθοχωρούσαν και έστελναν άλλους.

Στέγνωσε η γλώσσα μας για νερό. Έπεμψαν οι αρχηγοί ένα παιδί απ’ τους Γελεκτσήδες, τον Πέτρο Γαλιώτο, να ειδοποιήσει στο Μεσολόγγι για νερό και μπαρούτι. Κατάφερε να διαβεί με το πριάρι καταμεσής στα χιλιάδες βόλια και αργότερα στράφηκε με τον Καρακώστα Δροσίνη και τον Γάκη Βαλτινό. Όμως, τρεις οργιές προτού φτάσουν, χάλασαν οι άπιστοι το αντρειωμένο παιδί όπως άμπωχνε το πλοιάριο με το κοντάρι.

Οι άλλοι δυο έβγαλαν το νερό και το μπαρούτι στην Κλείσοβα. Μαύρο νερό άμα μετρήσεις την ψυχούλα του παιδιού, που κανένας δεν το λογάριαζε κείνη την ώρα. Στην τέταρτη έφοδο μας στρίμωξαν. Πατήσανε στο νησάκι και μαζωχτήκαμε όλοι στο ταμπούρι γύρω απ’ την Αγία Τριάδα, μέσα στην εκκλησιά, κι αρκετοί στην ντάπια της σκεπής. Είχανε πέσει ο Κίτσος Πάσχος κι ακόμα δεκατρείς και λαβώθηκαν δεκάξι. Τα καριοφίλια και οι πιστόλες έκαιγαν και κάμποσα έσκασαν.

Μήτε να κατουρήσουμε τις κάννες για να κρυώσουν δε βρίσκαμε καιρό. Πια ογδόντα τουφέκια δούλευαν.

Μοιραστήκαμε δυο δυο, ο ένας γιόμιζε κι ο άλλος έριχνε. Τους αμπώξαμε πάλι στη λιμνοθάλασσα. Βγήκανε και πολλοί δικοί μας ξανά στο ξύλινο τείχος. Οι Τούρκοι ξαμολήθηκαν σε άλλα δυο γιουρούσια, κι ας έπλεαν στα νερά εκατοντάδες κουφάρια. Αντέξαμε και δόθηκαν στη φευγάλα. Στην τελευταία έφοδο πετύχαμε καιτον ίδιο τον Κιουταχή στο ποδάρι. Ίσαμε είκοσι παλικάρια καμώνονταν: «Εγώ τον βάρεσα».

Είχε πάει μεσημέρι…. (Η συνέχεια στο βιβλίο).

……………………….

ΔΕΥΤΕΡΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Οι καπεταναίοι στο στράτευμα είχανε μαζέψει εκατοντάδες παιδιά, ορφανά Ελλήνων ή Τουρκόπουλα, που τα νομάτιζαν ψυχογιούς. Φρόντιζαν για το φαΐ, το νερό, το πλύσιμο των ρούχων, το καθάρισμα των αρμάτων και το άναμμα των τσιμπουκιών των οπλαρχηγών. Όμως πολλοί, παίρνοντας τα χούγια των Τούρκων, τα κάμανε γιουσουφάκια τους, αρσενικές μορόζες.

Όταν ήρθε ο Καποδίστριας απαγόρεψε τους ψυχογιούς στον στρατό. Στο Ναύπλιο σύναξε κάμποσα το ορφανοτροφείο της Φιλανθρωπικής Εταιρείας και τα υπόλοιπα γύριζαν στους δρόμους και διακόνευαν. Την επόμενη χρονιά θα τα συγκέντρωναν όλα στο ορφανοτροφείο της Αίγινας, κτίσμα του κυβερνήτη.